SNAKES4
ARCHIVE

Κρητική Διάλεκτος : Απορίες κ Ετυμολογία

47 μηνύματα · 27 Ιουλίου 2013 έως 28 Αυγούστου 2013 · 14 συμμετέχοντες
마리오스27 Ιουλ 2013, 19:05#147954
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γλωσσολόγος για να ασχολείται με τον πλούτο
και την εκφραστικότητα της κρητικής γλώσσας. ανοίγω το νήμα για όσους
έχουν απορίες για κρητικές λέξεις με ένα μίνι πρόλογο διότι βέβαια κάθε γωνιά
της Κρήτης μπορεί να έχει ιδιαίτερες εκφράσεις ή να χρησιμοποιεί με διαφορετική σημασία
τις ίδιες λέξεις.

Η Κρητική Διάλεκτος μπορεί να χωριστεί σε 2 μεγάλες ομάδες:
το Ανατολικό Κρητικό Ιδίωμα (ΑΚΙ) και το Δυτικό (ΔΚΙ).

Δύο βασικές διαφορές είναι ότι:
στο ΔΚΙ οι συριστικοί φθόγγοι ( σ,ζ, τσ, τζ, ξ )
δεν υφίστανται την απουράνωση που κάνουμε εμείς στο ΑΚΙ.
ΑΚΙ : τα τραπέζα, τση δροσάς, τα μαγαζά, του κρασού, η αλλαξά, η βουτσά
ΔΚΙ : τα τραπέζια, τση δροσιάς, τα μαγαζιά, του κρασιού, η αλλαξιά, η βουτσιά
και
στο ΑΚΙ έχουμε τη συλλαβική αύξηση ε (χρονική αύξηση) σε τονιζόμενη θέση να μετατρέπεται σε η
όπως στην αρχαία ελληνική.
ΑΚΙ : ήφαγα, ήπιασα, ήπαιρνα

προσωπικά βρίσκω χαριτωμένο να μου λέει η κοπελιά "λύσσιαξες με τον ΟΦΗ"
και να προσπαθώ να την πείσω να το λέει όπως εμείς "ελύσσαξες" αλλά αυτά είναι γούστα..

πάμε τώρα στις απορίες του αθηνοθρεμμένου κοινού 😛
마리오스27 Ιουλ 2013, 19:30#147957

<<Δεντημπετώ τη βέργα μου και το γαμπά, αλλαβάρι
κι αζ-λέει εκείνη πως βοσκό δεμ-πρόκεται να πάρει>>
Μύρων Σκουλάς, ο μαντρατζής

τι σημαινει γαμπα αλαβαρι;;;;;;;; τοσο καιρο το ακουω κ δεν ξερω τι ειναι..

δεν πετώ τη βέργα μου και την κάπα μου στ αλήθεια!

γαμπάς = καπότα με κουκούλα, χαρακτηριστικό ένδυμα βοσκού.
πχ : "εντάκαρε κ βρέχει μόνο βάλε το γαμπά σου"
ετυμολογία : βενετική gabban = κάπα
συνώνυμα : αμπάς, καπότο.

αλλά-βάρι = στ'αλήθεια
ετυμολογία : τουρκική Allahı var = κατά λέξη "για το θεό που είναι"
με την έννοια "στ'αλήθεια, για να πούμε την αλήθεια"

μια παρόμοια λέξη είναι και το

αλλά-μπιλίρι = μου φαίνεται ότι ... / μόνο ο θεός κατέχει, δύσκολο να πει κανείς
ετυομολογία : τουρκική Αllah bilir = κατά λέξη "ο θεός ξέρει"

άλλες απορίες? 😛
buzus28 Ιουλ 2013, 03:30#147970
το πιο ωραίο και χρήσιμο τόπικ στην ιστορια του Φόρουμ!!!!!
μπραβο στο Μάριο!
πες κι άλλα, να μαθουμε κι εμείς οι "ξένοι"
NAVARXOS428 Ιουλ 2013, 07:59#147971
MARIE, EISAI καταπληκτικο παιδι, σε θαυμαζω απεριοριστα, εχω γνωρισει παιδια και παιδια, αλλα σαν τον μαριο κανενας... 😄

ποια η διαφορα του γαμπα απο το σαλβαρι η το ρασουλι;;;
마리오스28 Ιουλ 2013, 12:15#147980
σαλβάρι = η ανδρική βράκα (shαλβάρι) τσόχινη ή λινή καθημερινή.
ετυμ. τουρκική şalvar

Η κρητικη ανδρική φορεσιά με τη φαρδιά βράκα έχει σχέση με αυτή των αράβων πειρατών
υιοθετήθηκε παρόμοια σε όλη την ανατολική Μεσόγειο εξάλλου.

μιντάνι = ανδρικό κοντό σακάκι, λεγεται και μεϊ(ν)τάνι
ετυμ. τουρκική mintan = ειδος γελέκου με χαλαρά μανίκια
φοριέται πάνω από το αμάνικο γελέκο, μαζί: μεϊτανογέλεκο
(ετυμ.τουρκική yelek)

ράσο = κάπα από συμπιεσμένο μαλλί.
ετυμ. μεσαιωνικό ράσον = ύφασμα από υφαντό ή συμπιεσμένο μαλλί, πίλημα
ρασούλι ή το δικό μας ρασίδι είναι υποκοριστικά.
η διαφορά είναι ότι ο γαμπάς είναι ρούχο των βοσκών
με κουκούλα και είναι πιο τραχύς, εκτεθειμένος στον άγριο καιρό.

[hide]ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: η λέξη έρχεται από το "ράσο" των μοναχών
ετυμ. λατινική rasum = λείο ύφασμα
Οι παπάδες το φοράνε μόλις από το 1855 (εγκύκλιος ρασοφορίας)
και το πήραν από τους άγαμους μοναχούς. Πρωτύτερα φορούσαν τα ίδια ρούχα με τον κόσμο.
Το βυζαντινό ράσο ετυμολογείται από το λατινικό rasum = στιλπνό λείο ύφασμα, χωρίς χνούδι
και επρόκειτο για πολυτελές ένδυμα με μετάξι. Αλλαμπιλίρι πως το φορούσαν
οι υποτίθεται ταπεινοί μοναχοί από τη στιγμή που ο χριστιανισμός
πήρε την εξουσία (4ο αιώνα κ μετά) προφανώς γούσταραν μεταξωτά..[/hide]

Φαντάζομαι ότι η αναφορά είναι από το τραγούδι Βοσκαρουδάκι Αμούστακο :

Το τραγούδι πρωτοκυκλοφόρησε από τον Κωστή Μουντάκη στα μέσα της δεκαετίας του 1960
ως διασκευή του σε ποίημα του Κωστή Φραγκούλη.

Η προέλευσή του είναι το ποίημα Αποθυμιά του Κωστή Φραγκούλη (Ανταίος)
από τη Λάστρο της Σητείας. Περιλαμβάνεται στη συλλογή του "Τα Δίφορα"
χαρακτηριστικά είναι ο ανομοιοκατάληκτος 15σύλλαβος,
ο αρχαίος τρόπος της ποίησης στην Κρήτη. Η ρίμα μπήκε
με τους Βενετούς αν δεν κάνω λάθος. Ο Μουντάκης το διασκεύασε χωρίς
να αναφέρει την πηγή του όπως συνηθιζόταν τότε. Στις μέρες μας το
έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό ο Χαρούλης για να ξαναγυρίσει στο Λασίθι
η ιστορία του τραγουδιού 😛

το ρασίδι είναι η συνηθισμένη φαρδιά κάπα του κρητών όχι κατ ανάγκην βοσκών
ο Μουντάκης ήθελε να τον κάνει τον πρωταγωνιστή
βοσκαρουδάκι, αλλά του άρεσε και η ιδέα με το ρασούλι
διότι ο άγριος γαμπάς δε βολεύει για να τυλίξει 2 άτομα εξού κ το μπέρδεμα, :laugh:

Ανταίος

Στην εξοχή να σ’ έβρισκα μια μέρα που να βρέχει
και να ‘ναι ο τόπος άβολος σπηλιάρι να μη βρίσκεις,
μήτε δεντρό για να σταθείς γη δέτη ν’ αποσκιάσεις.
Ν’ αστράφτει ο Θιός και να βροντά να ρίχνει αστροπελέκι
και να φοβάσαι αμοναχή για να ’ρθω από κοντά σου
ν’ απλώσω το ρασίδι μου τσοι δυό μας να τυλίξει,
να βγάλω το μαντήλι μου στον ώμο σου να ρίξω
και το μεϊντανογέλεκο ζιπόνι να το βάλεις.
Να σ’ αγκαλιάσω μην εργάς κρυάδα μη σε πιάσει
κι τραχηλιά σου μη γραθεί κι ο κόρφος σ’ ανεδώσει.
Και μέσα στ’ αστραπόβροντο και τη βοή τ’ αέρα
η αναπνιά μας να σμιχτεί κι η εμιλιά να τρέμει.
Κι αν βλαστημήξω τον καιρό να μη μου το πιστεύψεις
καντήλια τάσσω των αγιώ, μέσα μου, να μη βριάσει...


Μουντάκης:
Βοσκαδουράκι αμούστακο στ-αόρη απού γυρίζω,
με το σεβντά σου, αγάπη μου, στέκω και ντουσουντίζω…
Να σ’ εύρισκα στην ερημιά μια μέρα που να βρέχει
μα να ’ν’ τόπος άβολος, σπηλιάρι να μην έχει.
Να ’ρχεται μπόρα δυνατή να μη μπορ’ αποσκιάσεις
και να φοβάσαι αμοναχή μη φύγω και με χάσεις.
Ν’ αστράφτει, να κουφοβρoντά, να ρίχνει κουκοσάλι
και ξεπαπούτσωτη να ’ρθεις στην εδική μου αγκάλη.
Ν’ ανοίξω το ρασούλι μου να σε σφιχταγκαλιάσω
την αναπνιά σου να γροικώ, τη μέση σου να πιάσω.
Να σου σκεπάσω από κορφής τα κατσαρά μαλλιά σου.
Να σε κρατώ και να γροικώ τσοι χτύπους τση καρδιάς σου.
Να λέω, Παναγία μου, ποτέ μην ξαστεριάσει
κι μπόρα να ξημερωθεί και να ξαναβραδιάσει
ποιος βρίχνει τέτοιο θησαυρό και αφήνει να τον χάσει!
Ήλιος ποτέ μην ξαναβγεί, φεγγάρι μην απλώσει,
το μυστικό τσ’ αγάπης μας μην το ξεφανερώσει...
마리오스5 Αυγ 2013, 12:01#148120
κυκλοφορεί μια κρητική παρωδία ενός γνωστού τραγουδιού

(είμαι η Μαίρη Παναγιωταρέα ή κάτι τέθοιο)
ας βάλω πιθανές άγνωστες λέξεις για τους φίλους μας 😛

[video width=425 height=344 type=youtube]lKhpeLcnlsg[/video]

Είμαι ο Μανούσος και είμαι βοσκός,
πάνω στα όρη ξωμένω αμοναχος
Έχω στην μέση μου συνέχεια το 45αρι,
έχω δυο τράγους δυνατούς έχω κι'ενά κριγιό μπροστάρη
Μόλις ξυπνήσω το πρωί πολύ πρωί
γλακώ στη μάντρα ξεμαντρίζω τα οζά
Αρμέγω τσ'έγγαλες και βάνω και το γάλα
μες στο ψύχτη να παγώσει μια ολια
Πλουμίζω δίχτυα και σακάζω τα αρνάκια
και τα βάνω και τα δυο ξεχωριστά
Μολαίρνω τσ'αίγες να ανεβούνε στα χαράκια
και το σκύλο να τσι βάνει στη σειρά
Κ ύστερα κοίτομαι από κάτω από ένα πρίνο
Και τα αφήνω να βοσκούν μολαριτά
Κ αμα σηκώνομαι πυροβολώ το σκύλο
που τα ζά μου'πιάσαν φύλλα και φτερά
Ντελόγω παίρνω κάτω όλους τσoι δαμακους
και πηδώ σαν το τρεζο στα κορφοβούνια
μπλέκομαι μέσα τσ' αστιβίδες και στσι βάτους
για να βλέπω από πού γροικούνται τα κουδούνια
κ όταν τα βρω ντακέρνω τα πετροβολίδια
που μου φαγανε ολόκληρη τη μέρα
και του σκύλου του λέω βλαστιμίδια
που δε βόηθα κουτσάθηκε απ τη σφαίρα
τα ξελαλώ και τα γιαγέρνω μεσ στη μάντρα
τως εδίνω καλαμπόκι και σανό
για να τα αρμέξω θέλω συνδρομή έναν άντρα
και ετσα σέρνω τη φωνή στον αλβανό
στο τέλος βάνομε το γάλα στσι κανίστρες
σέρνομε νερό απ του πηγαδιού τον πάτο
και ετσα γεμίζομε του στάβλου τσι ποτίστρες
και πηγαίνομε το γάλα στο μıτάτο
ήρθε η ώρα να ξεκουραστώ
Πάνω στο πρίνο τη βέργα μου κρεμώ
εκια που μ έπαιρνε ο ύπνος ρουχάλιζε ο αλβανός
του πέταξα ένα στιβάνι εεε να σε πάρει ο διαολός
Είμαι ο Μανούσος ο γιδοβοσκός,
πάνω στα όρη κοιμούμαι αμοναχός..

______________________________________________

κριγιός μπροστάρης = ο πρωτοπόρος κριός, ο μπροστολάτης που οδηγεί το κοπάδι

ξωμένω = εξω+μενω, διανυκτερεύω μακριά από την οικεία μου

γλακώ = αρχ.δωρ εκλακώ (τρέχω μακριά).

έγγαλα = εν+γαλα, τα ζώα που παράγουν γάλα

μάρωπο = αρχ.δωρ. τύπος του ημερωπό, αμνός λίγων ημερών

σακάζω = αρχ.δωρ. σακός, αυτό που οι Αθηναίοι έλεγαν σηκός = μάντρα, βάζω τα αμνοερίφια χώρια
ώστε να μην μπορούν να θηλάσουν (το λέμε κ για τσι χοχλιούς όταν τους αφήνουμε να κλειστούν :
σάκασέ τσοις, είναι σακασμένοι)

μιτάτο = λατ. metatum (=περιφραγμένος στρατώνας), κατάλυμα βοσκού με εγκατάσταση τυροκομείου

(α)μολέρνω = αφήνω, φέυγω εσπευσμένως ( ενετ. (am)mollare απολύω, αφηνω )

χαράκι = αρχ.χάραξ (κοφτερό φράγμα), πέτρινος όγκος, ριζιμιός βράχος

κοίτομαι = αρχ.κοίτη (κλίνη,φωλιά), ξαπλώνω

ντελόγω = ενετ. di logo (επί τόπου), αμέσως

δαμάκους = χμ δεν είμαι σίγουρος. αν είναι κανείς από Γέργερη μεριά κ το κατέχει..
ίσως έχει σχέση με το αρχ.δόμος = στρώση από πέτρες.

αστοιβίδα (η) = αρχ.στοίβη-ίδα, θάμνος ακανθώδης και εύφλεκτος

ντακάρω = αρχίζω ( βενετ.attaccare,επιτίθεμαι,εφορμώ ) (Χαν.=τρακέρνω, Ρεθ.=ντακέρνω)
πχ μια γκοπανιά εντάκαρε κ ήβρεχε κ εσβολώθηκα να γλακώ νη μη γραθω =
άρχισε να βρέχει αιφνιδίως κ έτρεξα ώστε να ξεφύγω κ να μην υγρανθώ αλλά
έγινα μαύρος από τα χτυπήματα..

ξελαλώ = εξω+λαλώ ( <αρχ.λαλώ=μιλώ ) Λαλώ = παρακινώ το ζώο να προχωρήσει, οδηγώ, συμπεριφέρομαι.

για(γ)έρνω (Χαν. γαέρνω)= επιστρέφω ( μσν <διαγέρνω, μσν <δια+εγέρνω, αρχ. <δια+έγειρον ] η ετυμολογία από το γυρίζω που έχουν μερικά λεξικά νεοελληνικής είναι τελείως λάθος.

η κανίστρα = το δοχείο για το γάλα, αρχ.κάννα (η) = η κάλαμος.
(το κάνιστρο της κοινής δημοτικής)

α είναι και μια λέξη που είναι κοινή, ας τη βάλω όμως για την ετυμολογία της μόνο:
πλουμίζω = στολίζω ( πλουμί < ελνστ πλούμ(ον)-ίον < λατ. pluma=ελαφρύ φτερό, πούπουλο )

επίσης είναι και μια λέξη με παράξενη ιστορία:
(α)γροικώ = ακούω, αισθάνομαι <*αγροικός <αγροίκος <αγρός+οίκος
και εννοώ την ιδιαίτερη έννοια που έχει στην Κρήτη όπως γράφει και εδώ:
http://www.groika.gr/el/content/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B1ς
Χαλές5 Αυγ 2013, 15:44#148130
δάμακας: άκρη αγρού, ο μικρός γκρεμός σε σχετικά ομαλά εδάφη
ouga5 Αυγ 2013, 19:27#148140
Λαντουρίζω.

θέλω και ετυμολογία και επεξήγηση.
마리오스5 Αυγ 2013, 19:35#148141
λαντουρώ, λαντουρίζω = καταβρέχω, ραντίζω

ετυμ. < ραντουρώ < ραντίζω

( το φαινόμενο αλλαγής όμοιων υγρών συμφώνων λ <-> ρ όπως στο πρώρα -> πλώρη.. )

επεξηγηματικό παράδειγμα για σένα,
στην ερωτική μαντινάδα :

Σα μου την ήψες τη φωθιά, ήπιασες το λαήνι
κ ήκαμες πως με λαντουράς μα συ σταλιά δε χύνεις.
ouga5 Αυγ 2013, 19:44#148146
Η καλύτερη εξηγηση για το λαντουρά ,είναι η κίνηση που κάνει το νερό μέσα σε ένα κουβά ,οταν τον κουβαλάς με το χέρι.Ελπίζω να κατάλαβαν όλοι.
마리오스5 Αυγ 2013, 20:31#148148
ναι, υπάρχουν κρητικές λέξεις με ηχοποιητική ετυμολογία

πχ
λάφτω = πίνω άπληστα κάνοντας θόρυβο με τη γλώσσα (αρχ. λάπτω από τον ήχο που γίνεται)

λαφτακώ = παφλάζω, αντικτυπώ, θορυβώ υπόκωφα.
Αναφέρεται στον ήχο που κάνουν τα υγρά σε δοχεία που δεν είναι πλήρως γεμάτα.
Νομίζω αυτό ήθελες να πεις, το λ και το ρ όχι τυχαία λέγονται υγρά σύμφωνα
διότι αποδίδουν στο μυαλό μας ήχους που σχετίζονται με υγρά.
Ετυμολογικά: λάπτω + αχώ (δωρ.τύπος του ηχώ = αντηχώ, κροτώ)

παραδείγματα:
-το κουλούκι λάφτει το γαίμα του χοίρου απού σφαξε ο κασάπης
-γέμωσε καλά τ ασκί να μη λαφτακά το λάδι...
ouga5 Αυγ 2013, 20:50#148150
λολ,είσαι ο βουτσάς στο ''πάρτααα-φέρτααα''.
Ανεχουμίζομαι,για αρχη,πως στο διάολο γράφετε,μπορει να το χρησιμοποιήσω σε μελοντικό μου πόνημα για τις γραίες συφιλιδικές πουτάνες.
Mavrofidos6 Αυγ 2013, 09:07#148153
Μάριε,

καταπληκτικο τοπικ.

ως Κεραδιανος , εντάσσομαι στο στο ΑΔΙ με επιρροές οροπεδίου...

Θέλω να προσθέσω:

To ρήμα "ξετσιλάκωσε" που σημαίνει τεντώσου.
Παράδειγμα χρήσης στην οικοδομη..."Ξετσιλάκωσε μωρε να μου δώσεις το ματρακά"

Επίσης ο "κατσόπρινος" που σημαίνει ακανθώδης θάμνος.
Παράδειγμα από τοπικοι κατάρα "Οι χίλιοι διαόλοι στα σκώθια σου, κι ο τελευταίος να σέρνει κατσοπρίνους..."

επίσης, πολύ γνωστή παροιμία για να υποδείξει ότι κάποιος εχει χάσει τα λογικά του "τσουρλους πετά του φαγγαργιου και τσι γιαγέρνει οπίσω..."

εξαιρετικές επίσης προσφωνήσεις είναι:
ο παράωρος, που υποδηλώνει τον τρελό, και ο μεσκίνης από τη μεσκινιά δηλαδή τη λέπρα...

Μάριε, αμα δεν τα λέω σωστά διόρθωσε με...
마리오스6 Αυγ 2013, 14:52#148156
ανεχουμίζομαι από το:

αναχουμίζω = ανακατεύω, κάνω άνω κάτω, ανασκάπτω το χώμα
ετυμ, το ανάχουμα (ανακάτεμα) < ανα + χουμάς

για το τελευταίο :
ο χουμάς είναι ο ορός που βγαίνει όταν στραγγίζεται το γάλα στην τυροκομία και μτφ ο θολός.
ετυμ. αρχ. το χύμα ( = το υγρό που εκχύνεται από το ρ.χέω ) Υπάρχει η φράση:
τα κάνω χουμά κουτάλια = τα ανακατεύω πολύ , τα θαλασσώνω.

για τις ιερόδουλες που φέρουν την ωχρά σπειροχαίτη ως άλλος Καρυωτάκης δεν έχω σχόλιο.
마리오스6 Αυγ 2013, 15:58#148159

ως Κεραδιανος...


πω, Κερά! Γροίκα δά ίντα θυμήθηκα: το Ρουσσέτο που ήρθε μια μέρα πριν μερικούς μήνες
με το γιό του με μια φανέλλα μαύρη με ένα 4 σε αστέρι κ κάτι δε μου ταίριαζε, οπότε του
κάνω ποιανής ομάδας είναι η φανέλλα? κ μου λεει παοκ! Αφού του έκανα τις απαραίτητες συστάσεις
προσπάθησε να δικαιολογηθεί με κλισέ του στυλ "την ιδια τρελα εχουμε" καταλήγοντας στο
"δε φταίω εγώ μεγάλωσα θεσσαλονίκη" υποστηρίζοντας "και ΟΦΗ".
Τότε μου είπε και ο Ρουσσέτος ότι ο Ρασούλης είχε μιλήσει μαζί του λίγες μέρες πριν πεθάνει
κ του είχε πει ότι μάζευε τα πράγματά του για να έρθει μόνιμα στο Ηράκλειο! Θα ήταν πιο
μεταφυσική η ιστορία αν τον έφερναν Κρήτη να ταφεί αντί στην Αθήνα.. τέσπα.
Τόσο καιρό δεν έτυχε να το πω πουθενά, είπες Κερά κ το θυμήθηκα!

κλείνει η παρένθεση.

Ξετσιλακώνω = ξεζουμίζω, πατικώνω
με ετυμ. από το τσιλώ < αρχ.τιλώ = έχω ευκοιλιότητα.
στο ΔΚΙ έχω ακούσει τσιριούμαι = θέλω να ουρήσω !! αλλά τσι(ρ)λιό είναι η διάρροια.
ισως να έχει την έννοια τεντώνω από το τσαλακώνω -> ξετσαλακώνω
αλλά διαβάζω φράσεις όπως "επάτησες τα σύκα και τα ξετσιλάκωσες"
Α, ξετσαλακώνω δεν είναι πάντως διότι φαίνεται να έρχεται από το ξε-σαλαχώνω < σάλαγος (=θορυβώ)
περίεργη λέξη πάντως.
Σχετικά με το τεντώνω θυμάμαι αυτό που μου λέγανε παιδάκι, να μην αποταυρίζομαι όταν τέντωνα τα
χέρια μου..
αποταυρίζομαι, ετυμ. απο+ταυρίζομαι = τεντώνομαι τα μέλη μου όπως ο ταύρος, τανύομαι ανακλαδίζομαι.


κατσοπρίνι < ακανθοπρίνι
όπως και :
κατσάβραχα < ακανθάβραχα
κατσοχοίρος < ακανθόχοιρος
κατσαρίδα < ακανθαριδα κλπ


Το μεσκίνης όπως λες σημαίνει λεπρός, ετυμ.τουρκική miskin = αδρανής, λεπρός.

Το παράορος = ανόητος, βλάκας, παλαβός, έχει ενδιαφέρουσα ετυομολογία!
είναι αρχαίος δωρικός τύπος : παράορος (αττική λέξη: παρήορος) < παρά + αίρω
και αναφερόταν στον ίππο που ήταν παρα-κρεμασμένος στο ιππήλατο άρμα.
Το άρμα είχε ένα ζεύγος ίππων "υπό τον ζυγόν", τους ζυγίτες, στη μέση.
Στους αγώνες έβαζαν στα πλάγια άλλους δύο "παραπλεύρως συναρτώμενους".
Αυτός ο ίππος στο πλάι λεγόταν "παράσειρος", "παράορος" διότι ουσιαστικά παρασειρόταν
από τους ζυγίτες που ήλεγχαν το αρμα σε διάφορες κατευθύνσεις και δεχόταν
χτυπήματα και καταπονήσεις με αποτέλεσμα να παραπαίει ζαλισμένος δίνοντας
την εικόνα του τρελλού ίππου..
😛
Johnp6 Αυγ 2013, 18:30#148163

ως Κεραδιανος...


πω, Κερά! Γροίκα δά ίντα θυμήθηκα: το Ρουσσέτο που ήρθε μια μέρα πριν μερικούς μήνες
με το γιό του με μια φανέλλα μαύρη με ένα 4 σε αστέρι κ κάτι δε μου ταίριαζε, οπότε του
κάνω ποιανής ομάδας είναι η φανέλλα? κ μου λεει παοκ! Αφού του έκανα τις απαραίτητες συστάσεις
προσπάθησε να δικαιολογηθεί με κλισέ του στυλ "την ιδια τρελα εχουμε" καταλήγοντας στο
"δε φταίω εγώ μεγάλωσα θεσσαλονίκη" υποστηρίζοντας "και ΟΦΗ".


Tον Μανώλη τον ξέρω προσωπικά όπως και όλοι του την οικογένεια, ήμασταν συμμαθητές στο λύκειο και ο πατέρας του είναι φίλος με τον Θειο μου τον Γλύπτη.... Πίπες είναι αυτά που λεει ότι μεγάλωσε Θεσσαλονίκη και για αυτό εγινε παοκ.... στο ηράκλειο ήρθε πολύ μικρός....
nargiles6 Αυγ 2013, 19:02#148164
Δηλώνω οτι σε κάθε απαντηση που δινει ο Μαριος εγω ο ναργιλες θα του ανεβαζω το καρμα. Μπράβο Μάριε!
Mavrofidos6 Αυγ 2013, 20:18#148167
Μαριε,
τρελλα ρισπεκτ και για τη λέξη ποταυρίζομαι...
θυμαμαι τη μαγαρίτισσα τη γρια να μου φωνάζει να μην ποταυρίζομαι μετά το φαγητο γιατί είναι λέει μεγάλη αμαρτία και μετά να φωνάζει να κάνω το σταυρό μου..
Ο παράωρος νόμιζα ότι είναι αυτός που γεννήθηκε παρά την ώρα του, και δεν στέκει στα καλά του αλλά η τεκμηρίωση σου στεκει περισσότερο.

τον Ρουσσέτο τον έχω συναντήσει ελάχιστες φορές στο χωριο, αλλά φαίνεται ωραίος τύπος. Το γιο του δεν τονε κατέχω. Κρίμα πάντως να μην είναι ΟΦΗ... Τα δικά μου αν δεν είναι, θα τα γκρεμίσω από το Καρφι...

Και μια και είπα Καρφι, από της ωραιότερες θέες που έχω δει πότε στη ζωή μου. Αξίζει να ανέβει κανεις στην κορφή να δει τη θέα και τον αρχαιο Μινωικο οικισμο, και να σταματήσει στη μέση της διαδρομής να πιει νερο από τη βιτσιλόβρυση...
Mavrofidos6 Αυγ 2013, 20:44#148168
επόμενες λέξεις:

χερχιαντίζομαι

ντουχιουντίζω

ανεποδαρά
ouga6 Αυγ 2013, 22:20#148171
επόμενες λέξεις:


ντουχιουντίζω



κάνω σαν τον Duhan.
ντουχαν7 Αυγ 2013, 05:38#148178
Ο Βουτσας στο παρτααα-φερτααα ειπε ο θεουλης!!
..δεκα λεπτα τωρα γελαω μονος μου.

http://www.youtube.com/watch?v=sUPhcEoFuUE

Μαυροφιδος, ποταυριζομαι σημαινει χασμουριεμαι?
Μαριος, για κανε μια αναλυση της λεξης για σιξτυ ντολαρ.
Mavrofidos7 Αυγ 2013, 07:51#148179
Duhan το αναλύει ο Μαριος παραπάνω.

Σχετικά με το τεντώνω θυμάμαι αυτό που μου λέγανε παιδάκι, να μην αποταυρίζομαι όταν τέντωνα τα
χέρια μου..
αποταυρίζομαι, ετυμ. απο+ταυρίζομαι = τεντώνομαι τα μέλη μου όπως ο ταύρος, τανύομαι ανακλαδίζομαι.

마리오스7 Αυγ 2013, 15:12#148191
επόμενες λέξεις:

χερχιαντίζομαι

ντουχιουντίζω

ανεποδαρά


1.
μήπως αυτό που γράφεις έχει τη σημασία του χερικώνω,
από το χερικό,χερίκωμα = αρχή εργασίας, επίθεση με τα λόγια?
εμένα πάντως μου φαίνεται παραφθορά
του χαριεντίζομαι κατευθείαν από τα αρχαία ελληνικά,
δλδ αστειεύομαι με τα λόγια, ερωτοτροπώ :laugh:

2.
ντουχιουντισμένος, ντουχιούντισμα, ντουχιουντώ,
ντουχιουντίζω κλπ =είμαι σε βαθειά σκέψη.
ετυμ. τουρκική düşünmek σκέφτομαι, είμαι σε περισυλλογή, θεωρώ (αόριστος = düşündü)

με τον ίδιος τρόπο το μπίτησε= τελείωσε από τον αόριστο bitti
της τουρκικής bitmek = τελειώνω.

3. ανεποδαρά (ΑΚΙ) - αναποδαρά (ΔΚΙ) = λάκτισμα
ομοίως ανεχαράσσω (ΑΚΙ) - αναχαράσσω (ΔΚΙ) = αναμασσώ, μυρηκάζω (αρχ. αναχαράσσω)
διότι
θυμήθηκα στο σχολείο που όντε μια κοπελιά μασούσε τσίχλα ανοιγοκλείνοντας το στόμα τζη, λέγαμε
<< ίντα'νεχαράσσεις μωρή ωσάντηναίγα? >>
😛
antonis7 Αυγ 2013, 20:34#148195
Ορίστε και ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο

http://www.fonitiskritis.gr/Page.aspx?pageID=110&lang=gr

Απο της αγαπημένες μου λέξεις είναι ο "μαμουντιές" (παλιό κόσμημα,αντίκα), ο ασπάλαθος ( αγκαθωτός θάμνος, πρέπει να είναι αρχαία ελληνική λέξη), ο "αγούδουρας" (μικρός θάμνος, τον χρησιμοποιούσαν και σαν αυτοσχέδια σκούπα) υπάρχει και η φράση "εγλάκα σαν το ξεπατωμένο αγούδουρα" για να περιγράψει ταχυτητά, η "κουρμούλα" ( η άμπελος, το αμπέλι) εξού και η φράση "του παιξα μια γροθιά και τονε ξεκουρμούλωσα". Μάριε διόρθωσε τυχόν λάθη.
Mavrofidos7 Αυγ 2013, 20:55#148197
φρουκουμαι = ακουω / κρυφακουώ

νεστωρουμαι = θυμαμαι

ηντα λογαται απού...

ξανοιγε μωρε ομπρος σου
ή δε θωρείς ομπρος σου..?

η αίγα θυμίζει... = Η κατσίκα θέλει να κανει μεταγραφή τον Χυσι...

κουλουμούντρα = τουμπα

ξανοιξε πως λαλιέται οσαν το χασόφτερο...

αστιβίδα = σύννεφο
nargiles7 Αυγ 2013, 21:27#148199
Το σάικα απο που βγαίνει, ξέρει καποιος? (Μαριος)
마리오스7 Αυγ 2013, 23:07#148201
1.
μα(χ)μουντ(γ)ιές = χρυσό νόμισμα 25 kuruş (γρόσα)
τουρκική mahmudiye απο το σουλτάνο Mahmud
<<εφόριε στο λαιμό τζη κρεμανταλιά μαμουντιέδες>>

2.
ασπάλαθος = ασπάλαθος 😛 (αρχαία λέξη)
αγκαθωτός θάμνος με κίτρινα άνθη, μέσο βασανισμού τυρράνων στον ελληνικό Αδη,
υπάρχει κ σχετικό ποίημα "επί ασπαλάθων" ...

3. αγούδουρας = μικρός θάμνος με λεπτά - μικρά φύλλα
αρχ.βου-δούρος = αυτός που βασανίζει τα βούγια
όντως βλάπτει τα βοοειδή κ απέφευγαν να τα βόσκουν σε μέρη με αγούδουρες.

4. ξεκουρμουλώνω = ξεριζώνω τσι κουρμούλες, μτφ εξοντώνω κάποιον..
κουρμούλα = στέλεχος του αμπελιού, υποκοριστικό του κορμός, η κουτσούρα.
<<εγέρασε τ αμπέλι μονο να το ξεκουρμουλώσεις για να το ξαναφυτέψεις>>

5. αφρουκουμαι / αφουγκράζομαι = ακούω με προσοχή
αρχ. επακροώμαι > εφακρώμαι > αφουκρούμαι > αφρουκούμαι ... :side:

6. ανιστορούμαι = επαναφέρω στη μνήμη, θυμούμαι, αναθιβάνω, αναθιβάλλω
αρχ. ανιστορούμαι < ανα+ιστορούμαι < ιστορώ =ερευνώ.

7. θυμίζει = αιγοπρόβατα υπό σεξουαλική διέγερση : οι αίγες θυμίζουν = αναζητούν αρσενικό.
συνώνυμο : γυρεύγει αλλά εμένα μ αρέσει η φράση <<γύρευγε τη δουλειά σου>> 😛
αν δεν κάνω λάθος λέγαμε και η αϊλά (=αγελάδα) <<λάμεται>> με την ίδια έννοια..

8. (α)νέφαλο < νέφος,νεφέλη λέμε το σύννεφο. την λέξη αστοιβίδα την έχω γράψει παραπάνω, εκτός αν εννοείς μτφ το σχήμα του συννέφου.

9. χασόφτερο θαρρώ πως λέγεται μονο στην Κρήτη, εμφανής η παρομοίωση με το φτερό που χάνεται 😛

10. σάικα = σίγουρα, όπωσδήποτε, εξάπαντος (σάικα θα ν-ερθω)
ετυμ. δεν είμαι σίγουρος, ίσως από την τουρκική
sahi = αλήθεια, sahidan = πράγματι, στ αλήθεια. :unsure:


ας γράψω και μια έξτρα:
χαχάλα και χαχαλιά = φούχτα
ετυμ αρχ.δωρική χαλα (αυτό που στην αττική έλεγαν χηλή = οπλή, δαγκάνα)
ήδωσέ μου μια χαχαλιά αμύγδαλα.
Da Creta8 Αυγ 2013, 10:45#148204
Μάριε,

καταπληκτικο τοπικ.

ως Κεραδιανος , εντάσσομαι στο στο ΑΔΙ με επιρροές οροπεδίου...

Θέλω να προσθέσω:

To ρήμα "ξετσιλάκωσε" που σημαίνει τεντώσου.
Παράδειγμα χρήσης στην οικοδομη..."Ξετσιλάκωσε μωρε να μου δώσεις το ματρακά"

Επίσης ο "κατσόπρινος" που σημαίνει ακανθώδης θάμνος.
Παράδειγμα από τοπικοι κατάρα "Οι χίλιοι διαόλοι στα σκώθια σου, κι ο τελευταίος να σέρνει κατσοπρίνους..."

επίσης, πολύ γνωστή παροιμία για να υποδείξει ότι κάποιος εχει χάσει τα λογικά του "τσουρλους πετά του φαγγαργιου και τσι γιαγέρνει οπίσω..."

εξαιρετικές επίσης προσφωνήσεις είναι:
ο παράωρος, που υποδηλώνει τον τρελό, και ο μεσκίνης από τη μεσκινιά δηλαδή τη λέπρα...

Μάριε, αμα δεν τα λέω σωστά διόρθωσε με...


Έχω την εντύπωση πως ΞΕΤΣΙΛΑΚΩΝΩ σημαίνει πιέζω και διαλύω κάτι. Παράδειγμα, Ηβρε το κοπέλι το μάντακα στο γκαφά του κουλουκιού κι εξετσιλάκωσέ τονε και γέμισε ο τόπος αίματα. 😛
messaritis48 Αυγ 2013, 11:08#148205
Στσι Αθηναίες το λέμε το "θυμίζω".

-Θυμίζεις μρέ;;
-Tίιιι;;;
-Άστο,πράμα..γέλια εμείς οι μαλάκες!!
Mavrofidos9 Αυγ 2013, 09:57#148219
αχυρι ηταν κατι σαν αποθηκακι...

μαλλον τουρκικης προέλευσης..

απόπατος = τουαλέτα αν θυμάμαι καλά.

κοπρόλακος = βοθρος
messaritis49 Αυγ 2013, 11:49#148222
1. Καρτσόνι: η κάλτσα

2. Χοχλακά: βράζει,το νερό με τα χόρτα για παράδειγμα!

3. Τσουρλώ: γλιστράω,πέφτω,πέρνω τούμπες.

4. Τρατάρω: κερνώ,φιλοδωρώ.ΟΧΙ στο καφενείο.Στα σπίτια λόγου χάριν,κουραμπιέδες τα Χριστούγεννα.

5. Ατζιριτώ: τρέχω,σβέλτος.Αυτός που πάει γρήγορα!

6. Ζβολόνομαι: χτυπάω,τραυματίζομαι από πέσιμο.

7. Ξετελεύω: δεν γνωρίζω ορισμό. Είναι η γνωριμία των γονιών σε ένα ζευγάρι που είναι έτοιμο για αρραβώνες.

8. Ντελικανής: νέος,ωραίος,ομορφόπαιδο,λεβεντόπαιδο.

9. Βουιδόμπουτσα ή καμουτσί: το πουλάκι του βοδινού,που άμα το φάς στη ράχη περνά 3 δερμάτινα σακάκια!!

10. Οφτό: Δεν χρειάζονται επεξηγήσεις 😉
Mavrofidos9 Αυγ 2013, 15:28#148225
κατακουρκουνώ = καταχτυπάω...

παρανταλίζω = παραπατω, ζαλίζομαι

γλακώ = τρέχω, ισως το ξαναπαμε..

τσουρνάρα = κατούρημα

χοιρομουρίδες = τοπικα χόρτα???

διακονιάρης = τσιγκούνης

ανεμπουκίζω = κανω μορφασμους με το στομα (δεν είμαι σίγουρος αν συγκαταλέγεται στις Κρητικές λέξεις)

παραμπουκίζω = τρώω ακανόνιστα γευματα ή πάνω απο την κατσαρολα (επίσης δεν είμαι σίγουρος αν συγκαταλέγεται στις Κρητικές λέξεις)

κασιδιάρης ή κασσίδης = ο βρωμιάρης

φουρκισμένος = εκνευρισμένος
Panos-49 Αυγ 2013, 20:24#148227


διακονιάρης = τσιγκούνης


ο διακονιαρης ειναι ο ζητιανος
마리오스10 Αυγ 2013, 12:11#148235
αχυρι
απόπατος
κοπρόλακος


Το αχιρι (=στάβλος) στα κρητικα προφερεται πολυ χαρακτηριστικα.
Το χι δεν προφερεται ως παχύ χι (shi) αλλα
με ενα ηχο σαν κλειστο ου πισω απο το λαιμο, ένας ήχος κλειστός, βραχύς που δεν
υπάρχει στη δημοτική αλλά ίσως έτσι προφερόταν το υ με δασεία στην κλασική προφορά.
Ετυμ.τουρκικη ahır (προσέξτε ότι δεν είναι i με τόνο)
Στην ελλαδα λεγεται αχουρι. Η πλακα ειναι οτι
δεν ειναι πραμα αλλο παρα αντιδανειο της ελληνικης Αχυρων. 😄

Αποπατος = αφοδευτηριο, ετυμ. αρχ. απο + πατω

Κοπρολακκος = κοπρωνας, ετυμ. αρχ. κοπρος (κοπρια) + λακκος
마리오스10 Αυγ 2013, 18:45#148254
@ messaritis4, ωραίος,
προσθέτω μόνο την ετυμολογία:

κάρτσα, καρτσόνι < ενετ. calza, calzone, το δεύτερο υποκοριστικό. Σαν ιταλικό φαγητό
το calzone είναι ένα είδος σκεπαστής πίτσας με ημισεληνοειδή μορφή, ίσως ανήκει στην κατηγορία
ψεύτικοι φίλοι. 😛

χοχλακώ < αρχ.καχλαζω = παταγώ, ο δυνατός ήχος του νερού ( όπως το χοχλιός < κοχλίας )
λίγο πριν το βρασμό το λέμε "σβουρίζει" δηλαδή χρονικά το νερό όταν θερμάινεται:
σβουρίζει -> βράζει -> χοχλακά! 😛

τσουρ(λ)ω (γκρεμίζομαι, κυλιντρω κάτι) < κυλώ < αρχ.κυλίω.
Το φαινόμενο όπου το κάππα προφερόμενο παχύ μετατρέπεται σε τσ λέγεται "τσιτακισμός" 😛

τρατάρω (κερνώ, νομίζω το λένε κ στην ελλάδα έτσι) < ιταλ.trattare με αρκετές σημασίες μεταξύ των
οποίων μεταχειρίζομαι, θεραπεύω, αντιμετωπίζω τον φιλοξενούμενο, ο οποίος ιταλιστί είναι ospite
το οποίο έχει την ίδια ρίζα με το ..σπίτι όπως λες κ συ. 😉

τζιριτώ,τζιρίτι (γλακώ με όλη μου την ταχύτητα όπως τ αλογο, το δυνατό γλάκι) < τουρκ. cirit
Αυτό το τζιρίτι αναφέρεται σε ένα παραδοσιακό παιχνίδι νομάδων της Κεντρικής Ασίας
που έφεραν οι Οθωμανοί. ομάδες ιππέων τρέχουν με ταχύτητα πετώντας αμβλεία ακόντια
στους αντίπαλους ιππείς. Τζιρίτι λέγεται και το ακόντιο αυτό.
περισσότερα: http://en.wikipedia.org/wiki/Jereed
στα δικά μας, διάσημο είναι το προσωνύμιο που πήρε ο παπά-τζιρίτης ο οποίος
γεννήθηκε το 1852 στον Aγιο Γεώργιο Λασιθίου ως Ευάρεστος Ταμιωλάκης
και υπήρξε θρυλικός δρομέας, μαραθωνοδρόμος κ πολεμιστής.
Αντικειμενικά ήταν ο ταχύτερος δρομέας της εποχής του πολύ γρηγορότερος από
κάθε σύγχρονό του όνομα χωρίς να έχει τα μέσα προπόνησης και εμποδιζόμενος από
το να παίρνει μέρος σε αγώνες με απειλές καθαιρέσεως από την εκκλησιαστική ιεραρχεία.
περισσότερα από το αφιέρωμα της πατρίδος http://www.patris.gr/articles/38718/8934#.UgaAr6yKqt8
στη μνήμη του ιδρύθηκε ο παπατζιρίτειος δρόμος : http://www.ways2crete.gr/main/content/arkalochori/Hmimarathonios.html
:side:

(α)σβολώνω (=δερνω ανιλεώς, κάνω μαύρο στο ξύλο) < ασβολώ < αρχ.άσβολος = αιθάλη, μουζουδιά !
στην παθητική φωνή όπως το έγραψες.

ξετελεύω = αποτελειώνω, περατώνω, λέγεται κ πιο γενικά ως ευχή για γρήγορο τέλος : "καλά ξέτελα!"
ετυμ. επιτακτικό μόριο ξε + τελευώ = φθάνω γρήγορα στο τέρμα.

ντελικανής < τουρκ. delikanlı = νέος
τουρκική ετυμ.: deli+kan+li = τρεζό + αίμα + li (απούχει τρεζό αίμα)
😛 😛 😛

στην 9η θεση αναφέρεσαι στο μαστίγιο που κατασκευαζόταν από τον συνδετικό ιστό
του πέους του βουγιού, χριμπάτσι το λεμε εμείς είχε ένα ο παππούς μου!
κριμπάτσι ή χριμπάτσι < τουρκ.kırbaç επίσης το μαστίγιο λέγεται και καμτσι < τουρκ.kamçı
(στην ελλάδα το λένε νομίζω καμουτσικι)

οφτός < αρχ.οπτός

:laugh:
Mavrofidos10 Αυγ 2013, 22:13#148256
αξαργου -επίτηδες
αξανακολα- ανάποδα
ντρετα- ίσια
마리오스11 Αυγ 2013, 15:14#148266
@Mavrofidos

Αξάργου < εξ έργου
(ΔΚΙ : ξαργιτού ή ξαργουτου < εξ εργου του.. )

Αξανάκωλα < εξ+ανακωλύω ? (ανάποδα) θυμάμαι τη φράση όταν φορούσαμε ανάποδα τα ρούχα:
αξανάκωλη κερά του γαιδάρου πεθερά!
(ΔΚΙ : ξανάστροφα < εξαναστρέφω)

ντρέτα < ντρέτος < ενετ.drito < λατ.directo

κουρκουνώ < κρούω + κουνώ (καταχτυπώ)
κατακουρκουνώ = καταχτυπώ ακόμα πιο επίμονα!

κασσίδης < κασσίδιον < κάσσις < λατ.cassis (=περικεφαλαία)
είναι ο φαλακρός. Η λέξη που σχετίζεται με λέρα,ακαθαρσία,ρύπο είναι η
κάσα < αρχ. ο κάσας = ύφασμα ανάμεσα στη ράχη του ιππου και το εφίππιο.
άρα εννοεί την χρόνια βρωμιά η οποία βγαίνει δύσκολα.

ανε- ,παρα- κλπ μπουκίζω έχει την έννοια των κινήσεων του στόματος όπως το να τρως λαίμαργα
μπούκα < λατ.bucca (=στόμα) δεν είμαι σίγουρος αλλά δεν τα έχω ακούσει από μη κρητικούς..

γλακώ = αρχ.δωρ εκ+λακώ (λάκω στη δωρική είναι το τσακίζομαι)
τα στάδια του τρεξίματος: τρέχω -> σφίγγω -> γλακώ -> τζιριτώ 😛

τσιρώ, τζιρώ = ουρώ < ηχοποιητική από τον ήχο των ούρων ή < συρίζω
τζουρνάρα μου θυμίζει το κουτσουνάρα : υδρορροή.
θυμάμαι όταν χιόνιζε που σχηματιζόντουσαν κρύσταλλα στις στέγες κ λέγαμε ότι
έτρεχε το παγωμένο νερό από το κουτσουνάρι = βρυσαλάκι.

χοιρομουρίδα < χοίρος+μούρη.
Είναι αυτοφυές βότανο εδώδιμο με φύλλα παχιά ακιδωτα, φυτρώνει παντού στην Κρήτη.

ο διακονιάρης <αρχ.διακονία = υπηρεσία
είναι μεν ο ζητιάνος αλλά το πως κατέληξε εκεί έχει ενδιαφέρον:
μοναχοί είχαν ως υπηρεσία = διακονία να γυρνάνε στα σπίτια και να ζητάνε είδη
για τα μοναστήρια τους εξου κ διακονάρηδες = επαίτες.

το φουρκισμένος από το φούρκισμα (απαγχονισμός) από το μσν φουρκα < λατ.furca (δίκρανο)
είναι μεσαιωνική λέξη κοινή σε όλη την ελλάδα νομίζω.

το παρανταλίζω δεν το έχω ακούσει.
마리오스11 Αυγ 2013, 15:16#148268
να βάλω κ γω 2 λέξεις :

1. βιτσίλες
2. σκάρες

κ να εξηγηθεί η μαντινάδα:

Γεργερη Νιβρυτο Ζαρο Βορίζα κ Καμάρες
εκειά το τρώνε το κριγιάς που δεν το τρώνε οι σκάρες.

😛
Panos-411 Αυγ 2013, 20:53#148275
να βάλω κ γω 2 λέξεις :

1. βιτσίλες
2. σκάρες

κ να εξηγηθεί η μαντινάδα:

Γεργερη Νιβρυτο Ζαρο Βορίζα κ Καμάρες
εκειά το τρώνε το κριγιάς που δεν το τρώνε οι σκάρες.

😛

και οι 2 λεξεις ειναι για το πουλι γυπας, ορνεο
κριγιας το κρεας
antonis12 Αυγ 2013, 11:57#148290

κ να εξηγηθεί η μαντινάδα:

Γεργερη Νιβρυτο Ζαρο Βορίζα κ Καμάρες
εκειά το τρώνε το κριγιάς που δεν το τρώνε οι σκάρες.

😛


Η μαντινάδα αυτή θέλει να τονίσει και να περιγράψει τις μεγάλες ποσότητες κρέατος που καταναλώνουν/τρώνε οι κάτοικοι των παραπάνω χωριών. Οι ποσότητες είναι τέτοιες που δεν τις τρώνε ούτε τα μεγάλα σαρκοφάγα πουλιά σκάρες.

βιτσίλα : είναι είδος μεγάλου αετού, παλιότερα απο τα φτερά τους έφτιαχναν πένες για τα λαούτα, έχει φτερά ακόμα και στο κεφάλι σε αντίθεση με τις σκάρες που το κεφάλι τους είναι γυμνό.
σκάρα : ο γύπας, κύρια τροφή του τα ψοφίμια.
마리오스12 Αυγ 2013, 23:42#148305
με έχει προβληματίσει αυτό το παρανταλίζω !

να έχει σχέση με το μπουνταλιάζω = αποβλακώνομαι από την τουρκ. budala = χαζός ?
υπάρχει και το μεσαιωνικό τραλίζω < τραλίζομαι < αντραλίζομαι
Το έγραψε κ ο Βάρναλης ως ζαλίζομαι (αντραλίζομαι πεινω γράφει στη μπαλάντα του κυρ Μεντιου)
Το ετυμολογεί από το τραυλίζω ο Κοραής.

σπάνια λέξη! μπορεί κ να την έχω ακούσει κ να μην το θυμάμαι
μου φέρνει στο μυαλό κάποιον που παρα-πατεί ζαλισμένος.
:laugh:



@ANTONIS R. σωστός.

βιτσίλα = αετός με λευκή όψη
ετυμ. λατ. albicilla < albus + cilla = λευκός + ουρά
(λεγεται και Haliaeetus αλι*<αλς θάλασσα + αετός )
έχω δει στο Λασίθι αν και στη γουικι λεει οτι έχει εξαφανιστεί!
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82

σκάρα = γυπαετός με κύριο γεύμα πτώματα
ετυμ. αρχ. σκαίρω = εφορμώ, πηδώ

τέλος χωρίς παρεξήγηση νομίζω ότι η μαντινάδα αναφέρεται
στη παράδοση που έχουν στα χωριά εκείνα να κλέφτουνε οζά
αφού το κλεψιμέικο είναι το πιο νόστιμο.
😛
Mavrofidos13 Αυγ 2013, 05:29#148306
με έχει προβληματίσει αυτό το παρανταλίζω !
😛


'Εχω αρχίσει να σε ζορίζω, και από βδομάδα ετοιμάσου για ακόμα πιο δύσκολα.
Της Παναγίας θα είμαι στην Κερά και θα μαζεύω υλικό... :laugh: :laugh: :laugh:
Τα σέβη μου για όσα μας εχεις μάθει μέχρι τώρα, κυρίως όσον αφορά την ετυμολογική ανάλυση των λέξεων.
마리오스14 Αυγ 2013, 13:33#148321
Mavrofidos έχεις πμ 🙂
마리오스26 Αυγ 2013, 19:16#148617
3 λέξεις για το σημερινό κουιζ :

1. σαφί
2. οραμάνι
3. οψιγιάς (υπάρχει και χωριό με αυτό το όνομα κοντά στ Αμάρι)

όποιος κατέχει ίντα σημαίνουν απαντά. :laugh:
Johnp26 Αυγ 2013, 22:09#148620
Το οραμάνι νομίζω οτι σημάινει "και καλά"

Οψιγιάς εχει να κάνει με αγροτικά, νομίζω οτι ειναι μια κατασκευή για να κρεμάνε καρπους για να ξεραθούν;

Το σαφί ξερω τι σημαίνει αλλα δεν θυμάμαι.....
geo427 Αυγ 2013, 00:50#148622
ρήμα ψύγω-ψύχω, που έχει τη σημασία του στεγνώνω, ξηραίνω.Οψυγιάς λέγεται σήμερα στην Κρήτη το μέρος όπου απλώνονται τα σταφύλια, προκειμένου να ψυγούν και να γίνουν σταφίδα.

«Ήτονε νια και δροσερή και αμάθητη στα πάθη, κι ως εμπερδεύτη στη φιλιά, εψύγη κι εμαράθη...».(Ερωτόκριτος)

το σαφί σημαίνει συνεχώς,πάντα και πρέπει να ναι τούρκικο(?)
antonis28 Αυγ 2013, 18:40#148644
με έχει προβληματίσει αυτό το παρανταλίζω !


Μήπως η λέξη είναι "παραλαντίσω". Υπάρχει και σχετική με τη λέξη μαντινάδα του Β.Σκουλά στο 0.38
http://www.youtube.com/watch?v=mDuuzEhHJ70

Και με αφορμή αυτό να βάλω και 'γω 3 λέξεις.

1. Λούμακας
2. Μουζαβάς
3. Νταμπιέτι
Snakes 4 Heraklion Club · Το αρχείο του φόρουμ, 2005 έως 2026 · Ασπρόμαυρα, όπως πάντα. · Επιστροφή στο μουσείο